πόσο
(επίρρ.)
πόσου
[ʹposu]
Μισθ., Σίλ.
Από το αρχ. ερωτηματ. επίρρ. πόσον.
Ερωτηματικό ποσοτικό επίρρημα, πόσο
ό.π.τ.
:
Πόσου πλατσ̑ύς 'ναι;
(Πόσο πλατύς είναι;)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Πόσου κρέεις;
(Πόσο θέλεις;)
Μισθ.
-ΑΠΥ-Καρατσ.
Συνών.
τίχατρα
Τροποποιήθηκε: 25/07/2026