ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πόσο (επίρρ.) πόσου [ʹposu] Μισθ., Σίλ. Από το αρχ. ερωτηματ. επίρρ. πόσον.
Ερωτηματικό ποσοτικό επίρρημα, πόσο ό.π.τ. : Πόσου πλατσ̑ύς 'ναι; (Πόσο πλατύς είναι;) Σίλ. -Κωστ.Σ. Πόσου κρέεις; (Πόσο θέλεις;) Μισθ. -ΑΠΥ-Καρατσ. Συνών. τίχατρα
Τροποποιήθηκε: 25/07/2026