χλιούτσικος
(επίθ.)
χλούσκου
[ʹxlusku]
Φάρασ.
Από το επίθ. χλίος και το παραγωγ. επίθμ. -ούτσικος.
Χλιαρούτσικος
Τροποποιήθηκε: 22/08/2026