χλωρούτσικος
(επίθ.)
χωρούσκο
[xoˈrusko]
Φάρασ.
Από το επίθ. χλωρός, όπου και τύπ. χωρό, και το παραγωγ. επίθμ. -ούτσικος.
Υγρούτσικος
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 22/08/2026