σαζλούκι
(ουσ. ουδ.)
σαζλούκ'
[sazʹlak]
Σεμέντρ.
Από το τουρκ. ουσ. sazlık = α) τόπος με καλάμια, καλαμιώνας β) βάλτος.
Καλαμιώνας
:
Ένα σαζλούκ' άι κάεται, ντώκαν φωτγιά
(Ένας καλαμιώνας καίγεται, του έβαλαν φωτιά)
Σεμέντρ.
-ΚΜΣ-ΚΠ283
Πήρα ένα ράμμα, έντεσα το τοβρά, έσυρα το σο σαζλούκ' μέσα
(Πήρα ένα σκοινί, έδεσα το ταγάρι, το έσυρα μέσα στον καλαμιώνα)
Σεμέντρ.
-ΚΜΣ-ΚΠ283
Ιτό τλάα ξέβαλές το ασ' το σαζλούκ';
(Αυτό πώς το έβγαλες από τον καλαμιώνα;)
Σεμέντρ.
-ΚΜΣ-ΚΠ283
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026