ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

σαζλούκι (ουσ. ουδ.) σαζλούκ' [sazʹlak] Σεμέντρ. Από το τουρκ. ουσ. sazlık = α) τόπος με καλάμια, καλαμιώνας β) βάλτος.
Καλαμιώνας : Ένα σαζλούκ' άι κάεται, ντώκαν φωτγιά (Ένας καλαμιώνας καίγεται, του έβαλαν φωτιά) Σεμέντρ. -ΚΜΣ-ΚΠ283 Πήρα ένα ράμμα, έντεσα το τοβρά, έσυρα το σο σαζλούκ' μέσα (Πήρα ένα σκοινί, έδεσα το ταγάρι, το έσυρα μέσα στον καλαμιώνα) Σεμέντρ. -ΚΜΣ-ΚΠ283 Ιτό τλάα ξέβαλές το ασ' το σαζλούκ'; (Αυτό πώς το έβγαλες από τον καλαμιώνα;) Σεμέντρ. -ΚΜΣ-ΚΠ283
Τροποποιήθηκε: 08/09/2026