σαγλάμια
(επίρρ.)
σαγλάμε
[saˈɣlame]
Αφσάρ.
σαγλάμα
[saˈɣlama]
Αφσάρ.
Από το επίθ. σαγλάμι, όπου και τύπ. σαγλάμ΄ και το παραγωγ. επίθμ. -α.
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026