κουρένι
(ουσ. ουδ.)
κ͑ουρένι
[khuʹreni]
Φάρασ.
κ͑ουρα̈́νι
[khuʹræni]
Αφσάρ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. kürem, όπου και τύπ. kuren = α) κοπάδι β) ομάδα (THADS, λ. kürem (I)).
Σμήνος πουλιών.
Τροποποιήθηκε: 15/09/2026