ξεχωρισιά
(ουσ. θηλ.)
ξεχωρισιά
[ksexorisˈça]
Σινασσ.
Νεότ. ουσ. ξεχωρισιά (Λεξ. Κριαρ.), το οπ. από το ρ. ξεχωρίζω και το παραγωγ. επίθμ. -σία.
Τροποποιήθηκε: 07/04/2025