ξερούτσικος
(επίθ.)
ξερούτσικο
[kseˈrutsiko]
Μαλακ.
Από το επίθ. ξερός και το παραγωγ. επίθμ. -ούτσικος.
Πολύ ξερός, κατάξερος
Συνών.
ξερίτσικος
Τροποποιήθηκε: 23/10/2025