παπάχινα
(ουσ. ουδ.)
παπάχινα
[paˈpaxɯna]
Αξ.
Από το πρόθμ. απο- και το ουσ. παχνί, όπου και τύπ. παχινί, και το παραγωγ. επίθμ. -ο. Βλ. ΙΛΝΕ, λ. ἀπόπαχνο.
Τα αποφάγια του παχνιού
Τροποποιήθηκε: 16/07/2026