πάπια
(ουσ. θηλ.)
πάπια
[ˈpapça]
Μισθ., Σίλ., Σινασσ.
μπάπ'
[bap]
Μισθ.
Μεσν. ουσ. πάπια, απώτερα ηχομιμητ.
Πάπια
ό.π.τ.
:
Σου βρεχό απ'κάτ', σ̑υλουμένου πάπια
(Μέσα στη βροχή, σα βρεμένη πάπια)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
|| Ασμ.
Σήκω πάπια μ', σήκω χήνα μ', σήκω κι άλλαξε | φόρεσ' τα χρυσά σου ρούχα
Σινασσ.
-Αρχέλ.
Συνών.
ορντέκι
Τροποποιήθηκε: 16/07/2026