ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

πάπια (ουσ. θηλ.) πάπια [ˈpapça] Μισθ., Σίλ., Σινασσ. μπάπ' [bap] Μισθ. Μεσν. ουσ. πάπια, απώτερα ηχομιμητ.
Πάπια ό.π.τ. : Σου βρεχό απ'κάτ', σ̑υλουμένου πάπια (Μέσα στη βροχή, σα βρεμένη πάπια) Μισθ. -ΑΠΥ-ΕΝΔ || Ασμ. Σήκω πάπια μ', σήκω χήνα μ', σήκω κι άλλαξε | φόρεσ' τα χρυσά σου ρούχα Σινασσ. -Αρχέλ. Συνών. ορντέκι
Τροποποιήθηκε: 16/07/2026