ορντέκι
(ουσ. ουδ.)
ορντέκι
[orˈdeci]
Ποτάμ.
ορντέκ'
[orˈdek]
Τροχ.
öρντέκ
[ørˈdek]
Αξ.
ορντέτσ'
[orˈdets]
Μισθ.
ορντάτσ'
[orˈdats]
Μισθ.
öρτέκ'
[ørˈtek]
Φλογ.
Από το τουρκ. ουσ. ördek = πάπια.
Τροποποιήθηκε: 03/07/2026