όρνιθα
(ουσ. θηλ.)
όρνιθα
[ˈorniθa]
Ποτάμ., Σινασσ.
όρνισα
[ˈornisa]
Σίλ.
Από το αρχ. ουσ. ὄρνις, -θος. Ο τύπ. ὄρνιθα μεσν. Η τροπή [θ] > [s] ομαλή για το ιδ. Σίλλης.
Κότα, όρνιθα
ό.π.τ.
:
Αν δεν μας δώκετε την όρνιθά μας εμείς απεδά εκειά δεν παγαίνουμε
(Αν δεν μας δώσετε την κότα μας εμείς από εδώ δεν το κουνάμε)
Σινασσ.
-Τακαδόπ.
Άμα μπαγι̂ρντά όρνισα, καλό ρέν ντα έχουμι
(Αν κράζει η κότα, δεν το έχουμε σε καλό)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Τσ̑ην κάπνη απέσου σέκνεις νιούγου άσ̑υρου, γεννούσι όρνισες
(Μέσα στο παχνί βάζεις λίγο άχυρο, γεννούν οι κότες)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Να κόψεις ένα όρνισας πουλί
(Να σφάξεις ένα κοτόπουλο)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Έσ’κα μια όρνισα να βγάλει πουλιά
(Έβαλα μιά κότα να βγάλει πουλιά, να κλωσσήσει)
Σίλ.
-ΚΜΣ-ΛΚ6
|| Φρ.
Όρνισας πουλί
(Όρνιθας πουλί˙ κοτόπουλο)
Σίλ.
-Κωστ.Σ.
Συνών.
ορνίθι, ταβούχι
Τροποποιήθηκε: 03/07/2026