όρισμα
(ουσ. ουδ.)
όρισμα
[ˈorizma]
Μισθ.
Αρχ. ουσ. ὅρισμα.
Διαταγή, απόφαση
Μισθ.
:
|| Φρ.
Όρισμα το Τ̔εό
(Απόφαση του Θεού˙ το έλεγαν για να παρηγορήσουν τους συγγενείς νεκρού)
Μισθ.
-Κωστ.Μ.
Συνών.
εμίρι, κιτάπι :3, ορισιά, τεμπίχι, φερμάνι :1
Τροποποιήθηκε: 25/01/2026