παγκάρι
(ουσ. ουδ.)
παγκάριν
[paŋˈgarin]
Φάρασ.
παγκάρι
[paŋˈgari]
Ανακ., Σίλ.
παγκάρ'
[paŋˈgar]
Μισθ., Σινασσ.
πανκάρ'
[paŋˈkar]
Φλογ.
πάγκαρα
[ˈpaŋgara]
Ουλαγ.
Από το νεότ. ουσ. παγκάριον, υποκορ. του επίσης μεσν. ουσ. πάγκος (< ιταλ. banco). Ο τύπ. πάgαρα θα μπορούσε να είναι ένα θηλ. μεγεθ. με αναβιβασμό του τόνου πιθ. αναλογ. προς το ουσ. πάγκος της κοινής ν.ε.
1. Πάγκος για την διάθεση κεριών, στην είσοδο των χριστιανικών ναών
ό.π.τ.
:
Σου παγκάρ απάν’ αφήνιξαν ντα παράϊα τ'νι
(Στο παγκάρι άφηναν τα χρήματά τους)
Μισθ.
-Κοτσαν.
2. Πάγκος
Ουλαγ.
Τροποποιήθηκε: 05/08/2025