ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

περσινός (επίθ.) περσινό [persiˈno] Γούρδ., Μαλακ. περσ̑ινού [perʃiˈnu] Αξ. περτσινού [pertsiˈnu] Μισθ. περτσιζνό [pertsiʹzno] Φάρασ. Πληθ. περσινά [persiˈna] κ.α., Μαλακ. Από το αρχ. επίθ. περυσινός. Ο τύπ. περσινός μεσν. Για τον τύπ. περτσινού, βλ. λ. πέρσι, όπου και τύπ. πέρτσ’.
Περσινός ό.π.τ. : Φέτου᾽σ’ το περτσιζνό έβγκαα καό κοτσ̑ί (Φέτος έβγαλα καλύτερο σιτάρι από το περσινό) Φάρασ. -Αναστασ.Σ.
Τροποποιήθηκε: 21/01/2026