σηστρίζω
(ρ.)
σηστρίζω
[siˈstrizo]
Γούρδ.
σ̑ηστρίζω
[ʃiˈstrizo]
Αραβαν.
σ̑ηστιριάζω
[ʃistiˈrʝazo]
Αξ.
Από το ουσ. σήστρο και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω ή -ιάζω.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026