σινάφι
(ουσ. ουδ.)
ισνάφι
[isʹnafi]
Φάρασ.
εσνάφ'
[esˈnaf]
Σινασσ.
σινάφ'
[siˈnaf]
Μισθ.
Από το νεότ. ουσ. ἐσνάφι, το οπ. από το τουρκ. ουσ. esnaf = α) καταστηματάρχης β) μικροέμπορος γ) συντεχνία.
Βλ.
εσνάφης
1. Σινάφι, σόι
Μισθ.
:
|| Φρ.
Γαμώ το σινάφι του
(Γαμώ το σόι του˙ βρισιά)
Μισθ.
-Κοτσαν.
2. Συντεχνία
Σινασσ., Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026