σινετζέ
(επίθ.)
σινετζέ
[sineˈdze]
Μαλακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. sinecen = α) απατεώνας β) ως επίθ., πονηρός, όπου και τύπ. sinece.
Πονηρός
Συνών.
αλεπίκα :1, τσαντέρης, Αντίθ
αβανάκος, αγναμάζης, ακιλσούζης
Τροποποιήθηκε: 21/10/2025