τσαντέρης
(ουσ. ουδ.)
τσαντέρης
[tsaˈnderis]
Σινασσ.
τσαντέρ'
[tsaˈnder]
Μαλακ.
Θηλ.
τσαντέρισσα
[tsaˈnderisa]
Μαλακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. επίθ. çandır = α) εριστικός β) ανάγωγος (THADS, λ. çandır II, ΙΧ).
1. Οξύθυμος
Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 21/10/2025