ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσαντέρης (ουσ. ουδ.) τσαντέρης [tsaˈnderis] Σινασσ. τσαντέρ' [tsaˈnder] Μαλακ. Θηλ. τσαντέρισσα [tsaˈnderisa] Μαλακ. Από το τουρκ. διαλεκτ. επίθ. çandır = α) εριστικός β) ανάγωγος (THADS, λ. çandır II, ΙΧ).
1. Οξύθυμος Μαλακ.
2. Πονηρός Σινασσ. Συνών. αλεπίκα :1, σινετζέ, Αντίθ αβανάκος, αγναμάζης, ακιλσούζης
Τροποποιήθηκε: 21/10/2025