τσαπάκ (II)
(ουσ. ουδ.)
τσ̑απάκ
[tʃaˈpak]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ουσ. çapak = είδος κυπρίνου (Tietze 2016, λ. çapak ΙΙ).
Αλίπαστος κυπρίνος Ικονίου
Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 01/06/2026