τσαπάκ (I)
(ουσ. ουδ.)
τσ̑απάκ
[tʃaˈpak]
Μαλακ.
Από το τουρκ. ουσ. çapak = τσίμπλα (Tietze 2016, λ. çapak Ι).
Τσίμπλα
Μαλακ.
Τροποποιήθηκε: 01/06/2026