σερί
(ουσ. ουδ.)
σ̑ερί
[ʃeˈri]
Αξ.
Από το τουρκ. şeri = σχετικός με τον ισλαμικό νόμο.
Ο ισλαμικός ιερός νόμος, η σαρία
Αξ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026