σερμάτημα
(ουσ. ουδ.)
σερμάτημα
[serˈmatima]
Φάρασ.
Από το ρ. σερματίζω, όπου και τύπ. σερματώ, και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Το σύρσιμο
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 28/07/2026