στυφίζω
(ρ.)
στυφίζω
[stiʹfizo]
Φάρασ.
Αόρ.
στύφ'σα
[ˈstifsa]
Φάρασ.
Από το μεσν. ρ. στυφίζω, το οπ. από το επίθ. στυφός και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
1. Γίνομαι στυφός, ξινίζω
2. Μτφ., σκυθρωπιάζω
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026