στυφούτσικος
(επίθ.)
στυφούσ̑κος
[stiˈfuʃkos]
Φάρασ.
Από το νεότ. επίθ. στυφούτζικος (Λεξ. Σομ.), το οπ. από το επίθ. στυφός και το παραγωγ. επίθμ. -ούτσικος.
Ξινούτσικος
:
Γυρεύκαμε στυφούσ̑κα αν ήτουνε σ̑ην κοιλία κορίτσι, και αν ήτουνε αγόρι κακούσ̑κα, σκόρδα, πιπέρι
(Επιθυμούσαμε (ενν. οι έγκυες) ξινούτσικα αν ήταν στην κοιλιά κορίτσι, και αν ήταν αγόρι καυτερούτσικα, σκόρδα, πιπέρι)
Φάρασ.
-ΕΚΠΑ 2142