συκώτι
(ουσ. ουδ.)
συκώτι
[siˈkoti]
Φάρασ.
συγκώτι
[siˈgoti]
Φάρασ.
σ'κώτ'
['skot]
Αξ., Μισθ.
σ̑'κώτ'
[ʃkot]
Ανακ., Μαλακ., Φερτάκ.
Από το μεσν. ουσ. συκώτι.
Συκώτι
ό.π.τ.
:
Πήρεν το κορτζόκκο το συγκώτι, τσ̑αι το φσ̑όκκο το τζ̑ουφάλι
(Πήρε το κοριτσάκι το συκώτι και το αγοράκι το κεφάλι)
Φάρασ.
-Dawk.
Τα σ'κώτια σ' κάφεις τα
(Τα συκώτια σου τα καις)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
|| Φρ.
Έφαιν ντα σ'κώτια μ'
(Μου έφαγε τα συκώτια˙ με έπρηξε)
Μισθ.
-ΑΠΥ-ΕΝΔ
|| Ασμ.
Ω γιό μ', ως νά 'ρτ' ο κύρης σου το σ̑'κώτι σου να βγάλω
(Γιέ μου, μέχρι να έρθει ο πατέρας σου θα σου βγάλω το συκώτι)
Ανακ.
-ΙΛΝΕ 374
Συνών.
τζιγέρι :1
Τροποποιήθηκε: 08/05/2025