ταντέλα
(ουσ.)
ταdέλα
[ta'dela]
Τελμ.
δαdέλα
[ða'dela]
Γούρδ.
Από το τουρκ. dantela, από το γαλλ. ουσ. dentelle μέσω της ελλ., όπου και τύπ. ταντέλ(λ)α.
Δαντέλα
ό.π.τ.
:
Να πήρα γώ του πατισ̑αχού το παιδί, και να ποίκα ένα ταdέλα, και κόζμος να έκασεν
(Θα παντρευόμουν τον γιο του βασιλιά και θα έφτιαχνα ένα δαντελωτό ύφασμα και θα καθόταν ο κόσμος)
Τελμ.
-Dawk.
Πβ.
μπιμπίλα
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026