τανακαλτιράνους
(ουσ. αρσ.)
τανακαλτιράνους
[tanakalti'ranus]
Μαλακ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. danakaldıran = α) κοράκι β) γυπαετός (THADS, λ. danakaldıran).
Γυπαετός
Τροποποιήθηκε: 20/01/2026