ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τανιντίζω (ρ.) τανιdίζω [tanɯ'dɯzo] Αραβαν. τ͑ανιτίζω [tʰaniˈtizo] Φάρασ. τανι̂dώ [tanɯ'do] Σίλ. ντρανιdώ [drani'do] Αξ. τανιdού [tanɯ'du] Ουλαγ. τανι̂τώ [tanɯˈto] Φλογ. τ͑ανιτάω [tʰaniˈtao] Φάρασ. Αόρ. τανίτ'σα [taˈnɯtsa] Σίλατ. Προστ. ντρανίdα [dra'nida] Αξ. Από το τουρκ. ρ. tanımak = αναγνωρίζω, γνωρίζω κάποιον. Ο τύπος ντρανιdώ πιθ. με επίδρ. του ντρανώ.
1. Κοιτάζω, διακρίνω Αξ., Φάρασ. : Ντρανίdα το (Κοίταξέ το) Αξ. -ΙΛΝΕ 1556
2. Αναγνωρίζω Αραβαν., Ουλαγ., Σίλατ., Φάρασ., Φλογ. : 'τον ντο είδεν, βασ̑ιλέγα το παιδί τανίτσεν ντο (Όταν την είδε, ο γιος του βασιλιά την αναγνώρισε) Σίλατ. -Dawk. Συνών. γνωρίζω :1, γροικώ :2, κατέχω :2
3. Ανακαλύπτω Σίλ. : Κρυφάς αφήννει ένα άρτουπου όξου νας του τανιγίσ̑ει (Κρυφά αφήνει έναν άνθρωπο έξω για να τον ανακαλύψει) Σίλ. -Dawk.
4. Προσέχω Σίλ.
Τροποποιήθηκε: 02/01/2026