τανιντίζω
(ρ.)
τανιdίζω
[tanɯ'dɯzo]
Αραβαν.
τ͑ανιτίζω
[tʰaniˈtizo]
Φάρασ.
τανι̂dώ
[tanɯ'do]
Σίλ.
ντρανιdώ
[drani'do]
Αξ.
τανιdού
[tanɯ'du]
Ουλαγ.
τανι̂τώ
[tanɯˈto]
Φλογ.
τ͑ανιτάω
[tʰaniˈtao]
Φάρασ.
Αόρ.
τανίτ'σα
[taˈnɯtsa]
Σίλατ.
Προστ.
ντρανίdα
[dra'nida]
Αξ.
Από το τουρκ. ρ. tanımak = αναγνωρίζω, γνωρίζω κάποιον. Ο τύπος ντρανιdώ πιθ. με επίδρ. του ντρανώ.
1. Κοιτάζω, διακρίνω
Αξ., Φάρασ.
:
Ντρανίdα το
(Κοίταξέ το)
Αξ.
-ΙΛΝΕ 1556
2. Αναγνωρίζω
Αραβαν., Ουλαγ., Σίλατ., Φάρασ., Φλογ.
:
'τον ντο είδεν, βασ̑ιλέγα το παιδί τανίτσεν ντο
(Όταν την είδε, ο γιος του βασιλιά την αναγνώρισε)
Σίλατ.
-Dawk.
Συνών.
γνωρίζω :1, γροικώ :2, κατέχω :2
3. Ανακαλύπτω
Σίλ.
:
Κρυφάς αφήννει ένα άρτουπου όξου νας του τανιγίσ̑ει
(Κρυφά αφήνει έναν άνθρωπο έξω για να τον ανακαλύψει)
Σίλ.
-Dawk.
4. Προσέχω
Σίλ.
Τροποποιήθηκε: 02/01/2026