ταπανλάντισμα
(ουσ. ουδ.)
τ͑απ͑αν-νάτισμα
[tʰapʰanˈnatizma]
Φάρασ.
ταπανάημα
[tapaʹnaima]
Μισθ.
Από το αορ. θ. του ρ. ταπανλατώ, όπου και τύπ. τ͑απ͑αν-νατίζω, ταπαναντώ, και το παραγωγ. επίθμ. -μα.
Σβάρνισμα
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 05/06/2026