ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ταπανλατώ (ρ.) ταπανλατώου [tapanlaˈtou] Φάρασ. τ͑απανανdώ [tʰapananˈdo] Δίλ., Μισθ. τ͑απ͑αν-νατίζω [tʰapʰannaˈtizo] Φάρασ. Από το τουρκ. ρ. tapanlamak = σβαρνίζω (πβ. τουρκ. tabanmak = πατώ, πιέζω, κλοτσώ), όπου και διαλεκτ. τύπ. tapannamak. Πβ. ταμπάνι :4
1. Πέλμα ποδιού, πατούσα Κίσκ., Μισθ., Φλογ. : Πάτ'σα μο το ταπ͑άνι σο φίδι 'πάνου (Πάτησα με το πέλμα πάνω στο φίδι) Κίσκ. -ΚΜΣ-ΚΠ376 || Φρ. Ασά νταπάνια τ΄απ'κάτω ξέβαν νισ̑κιές (Από τις πατούσες του από κάτω βγήκαν φωτιές˙ περπάτησε πολύ και κουράστηκε) Φάρασ., Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Το μελό τ’ πόμεν σα νταπάνια τ’ απκάτω (Το μυαλό του έμεινε κάτω από τα πέλματά του˙ Για τους αφηρημένους) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361
2. Δάπεδο, πάτωμα Μισθ., Σίλ., Τσουχούρ. : Σε σουνgίσου μιά νταμπάνι μου (Θα σφουγγαρίσω το πάτωμά μου) Σίλ. -ΚΜΣ-ΛΚ6 Κάτσανι στηη σο ταπάνι τἔνα 'γνένdα 'ς άου (Έκατσαν καταγής στο πάτωμα, ο ένας αντίκρυ στον άλλο) Τσουχούρ. -ΑΠΥ-Bağr.
3. Βάση Φάρασ.
β. Κάτω πλευρά Φλογ. : Το ταπάν' ξέβαλεν καλό πιλιάρ’ (Η κάτω πλευρά, ενν. του χωραφιού, έβγαλε καλής ποιότητας σίκαλη ) Φλογ. -ΙΛΝΕ 812
4. Ξύλινη σβάρνα, φαρδιά δοκός που χρησιμοποιείται ως σβάρνα Ανακ., Τσαρικ., Φάρασ.
5. Εξώφυλλο, κάλυμμα βιβλίου Μισθ. : Ντου νταbάν' τσ̑όδουν ντερματιώνας (Το εξώφυλλο ήταν δερμάτινο)
Τροποποιήθηκε: 05/06/2026