ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τιμή (ουσ. θηλ.) τιμή [tiˈmi] Αξ., Ποτάμ., Σινασσ., Φάρασ., Φλογ. Από το αρχ. ουσ. τιμή (στην σημ. 1). Οι σημ. 2 και 3 προφανώς σχετίζονται με τις αρχ. σημ. ‘εκδήλωση λατρείας και σεβασμού προς κάποιον’ και ‘τιμητική προσφορά (προς ανταμοιβή)’.
1. Τιμή, εμπορική αξία αγαθού ό.π.τ. : Το τιμή τ' πόσα 'ναι; (Πόσο είναι η τιμή του;) Φλογ. -ΚΕΕΛ 1361 Αν καμηλού τιμή (Η αξία μιας καμήλας) Φάρασ. -ΚΜΣ-Θεοδ. || Φρ. Τσακώνω τ' τιμή τ' (Σπάζω την τιμή του˙ το πουλώ φθηνότερα) Αξ. -Μαυρ.-Κεσ. || Ασμ. Aσ' το χέρι την έπιασε, σο παζάρι την βγάλλει
Πουλεί και παζαρεύει την και κόφτει την τιμή του
(Από το χέρι την έπιασε και στο παζάρι τη βγάζει
Την πουλάει και κάνει παζάρια και κανονίζει την τιμή της)
Ποτάμ. -ΚΜΣ-ΚΠ325
Φάνη κι ένας Γενίτζαρος, μικρό γενιτζαράκι
Λάλει λάλει ε πουλητή, και τ' είναι η τιμή της;
(Εμφανίστηκε κι ένας Γενίτσαρος, νεαρό γενιτσαράκι,
Λέγε, λέγε, πουλητή, πόσο είναι η τιμή της;)
Σινασσ. -Αρχέλ.
2. Εξαιρετική περιποίηση Σινασσ.
β. Γεύμα προς τιμήν κάποιου Σινασσ.
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026