τζανταλόζ
(ουσ. ουδ.)
τζανdαλόζ
[dzandaˈloz]
Αξ.
Από το τουρκ. ουσ. cadaloz= στρίγγλα.
Για γυναίκα, ἐξυπνη, τετραπέρατη
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025