ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

ταρσιχλαντίζω (ρ.) ταρσιχλανdίζω [tarsixlanˈdizo] Φάρασ. ταρσιχλατίζω [tarsixlaˈtizo] Φάρασ. Από το τουρκ. ρ. darsıklanmak (αόρ. darsıklandı) = νιώθω περιορισμένος, δυσφορώ (Αναστασιάδης 1980: 103). Πβ. ταρσιχτιέω
Στενοχωριέμαι Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026