τρομπίλι
(ουσ. ουδ.)
τρομπίλ'
[troˈbil]
Φλογ.
Αγν. ετυμ. αλλά πβ. ποντ. στροβίλιν = είδος ρομβοειδούς κοσμήματος σε ύφασμα, το οπ. από το αρχ. ουσ. στροβίλιον = α) μικρό κουκουνάρι β) κωνοειδές σκουλαρίκι γ) μεσν. κωνοειδές διακοσμητικό στοιχείο.
Είδος κοσμήματος
Φλογ.
:
Ύστερα σο νύφ' με το qαμπρό κοντά ερούτον νταdά κι ατάτανεν τα ό,τι θέλισ̑κεν: γιά ένα αρνί, γιά σο νύφ' ένα τρομπίλ', γιά ό,τι άλλο κρεύισ̑κεν
(Ύστερα πλησίαζε τη νύφη και το γαμπρό ο νονός και τους έταζε ό,τι ήθελε: είτε ένα αρνί, είτε στη νύφη ένα κόσμημα, είτε ό,τι άλλο ήθελε)
Φλογ.
-ΚΕΕΛ 1361
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026