τριώδιο
(ουσ. ουδ.)
τριώριο
[triˈorio]
Σίλ.
Από το μεσν. ουσ. τριώδιον με τροπή του [ð] > [r].
Τριώδιο
Σίλ.
Τροποποιήθηκε: 29/07/2026