τρίψιμο
(ουσ. ουδ.)
τρίψιμο
[ˈtripsimo]
Γούρδ.
τρίψιμου
[ˈtripsimu]
Μισθ.
τρίψ̑ιμα
[ˈtripʃima]
Σίλ.
Νεότ. ουσ. τρίψιμο (βλ. Λεξ. Βλάχ.), το οπ. από το θ. τριψ- του ρ. τρίβω με παραγωγ. επίθμ. -σιμο. Για τα ρημ. παράγωγα -σιμο > -σιμα, βλ. Ανδριώτης (1948: 35).
2. Εντριβή
Μισθ., Σίλ.
:
Όπουτια 'στένανι κανείς σ̑άνιξαμ’ ντου τρίψιμου μι γάζιαχ
(Όποτε αρρώσταινε κάποιος τον κάναμε εντριβή με πετρέλαιο)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 27/08/2024