χαχανίζω
(ρ.)
χαχανίζω
[xaxaˈnizo]
Μαλακ., Σινασσ.
χαχλανίζω
[xaxlaˈnizo]
Γούρδ.
Από το μεσν. ρ. χαχανίζω (από το χάχανον και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω).
Χαχανίζω, γελάω ανόητα
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026