ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

χαχανίζω (ρ.) χαχανίζω [xaxaˈnizo] Μαλακ., Σινασσ. χαχλανίζω [xaxlaˈnizo] Γούρδ. Από το μεσν. ρ. χαχανίζω (από το χάχανον και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω).
Χαχανίζω, γελάω ανόητα ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 31/07/2026