ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

χωρώ (ρ.) χωρώ [xoˈro] Γούρδ., Σεμέντρ., Σίλ., Σινασσ., Τελμ., Φάρασ. Παρατατ. χωρείνκα [xoˈriŋka] Φάρασ. Αόρ. χώρτσα [ˈxortsa] Φάρασ. Αρχ. ρ. χωρῶ = παρέχω χώρο, περιέχω.
1. Χωράω ό.π.τ. : Ατσού στο τόπος δε χωρώ (Στον τόπο αυτόν δεν χωράω) Γούρδ. -Καράμπ. Έχω ένα τοβρά, σο τοβρά χωρείς; (Έγω ένα ταγάρι, στο ταγάρι χωράς;) Σεμέντρ. -ΚΜΣ-ΚΠ283 || Ασμ. Κόρη μου, σαλάκα κε χωρείς, σε κόλφο κε μουλλώνεις,
σ' εμβάσω 'ς Άγια Βήματα, βρίσκουν κι εσέν κι εμένα
(Κόρη μου, σε στήθος δεν χωράς, σε κόρφο δεν μπορείς να κρυφτείς,
αν σε βάλω στο Αγ. Βήμα θα μας βρουν κι εσένα κι εμένα)
Σινασσ. -Lag.
2. Χωρίζω, διαχωρίζω Φάρασ. Συνών. αραλατίζω, χωρίζω, Αντίθ γαβρουστίζω, καβουστίζω :2, μπιρλεστιρτίζω , μπιτιστίζω
Τροποποιήθηκε: 12/02/2025