χολέρα
(ουσ. θηλ.)
χολέρα
[xoˈlera]
Γούρδ.
χουλέρα
[xuʹlera]
Σίλ.
χουλιέρα
[xuˈʎera]
Σίλ.
Αρχ. ουσ. χολέρα.
Χολέρα
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 03/08/2026