ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

κιματλί (επίθ.) qι̂ματλι̂́ [qɯmatˈlɯ] Μαλακ. κ̇ιιγματλού [kiiɣmatʹlu] Φλογ. γ̇ιιματ͑λούς [ɣiimatʰˈlus] Φάρασ. Θηλ. γ̇ιιματ͑λούσα [ɣiimatʰˈlusa] Φάρασ. Από το τουρκ. επίθ. kıymetli = πολύτιμος. Το θηλ. γ̇ιιματ͑λούσα με την προσθήκη του θηλ. επιθμ. στο γ̇ιιματ͑λούς.
Πολύτιμος ό.π.τ. : Κι πότι βγιν, έκλιψιν ένα qι̂ματλι̂́ πράμα (Και όπως έβγαινε έξω, έκλεψε ένα πολύτιμο αντικείμενο) Μαλακ. -Dawk. Κόσμος ό,τι κ̇ιιγματλού έχισ̑κεν παιρπαίνισ̑κεν το (Ο κόσμος ό,τι πολύτιμο είχε το έπαιρνε μαζί) Φλογ. -ΙΛΝΕ 811 Συνών. ατίμητος, κνιπός
Τροποποιήθηκε: 02/07/2026