κιματλί
(επίθ.)
qι̂ματλι̂́
[qɯmatˈlɯ]
Μαλακ.
κ̇ιιγματλού
[kiiɣmatʹlu]
Φλογ.
γ̇ιιματ͑λούς
[ɣiimatʰˈlus]
Φάρασ.
Θηλ.
γ̇ιιματ͑λούσα
[ɣiimatʰˈlusa]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επίθ. kıymetli = πολύτιμος. Το θηλ. γ̇ιιματ͑λούσα με την προσθήκη του θηλ. επιθμ. -α στο γ̇ιιματ͑λούς.
Τροποποιήθηκε: 02/07/2026