κιλτές
(ουσ. αρσ.)
κ͑ιλτα̈́ς
[kʰilˈtæs]
Φάρασ.
κιλτές
[cilʹtes]
Φάρασ.
Πληθ.
κιλτέδα
[cilʹteða]
Φάρασ.
Aπό το τουρκ. διαλεκτ. ουσ. kilte = α) δεμάτι β) πόρπη γ) κουμπί (THADS, λ. kilte III).
1. Μεγάλο κουμπί σακακιού ή παλτού.
2. Κουμπί, πλήκτρο ή διακόπτης συσκευής
Φάρασ.
Τροποποιήθηκε: 23/02/2026