κιμπάρης
(επίθ.)
κιμπάρης
[ciˈbaris]
Σινασσ.
κιbάρ
[ciˈbar]
Αξ., Μαλακ.
κιπ͑άρ
[ciˈpʰar]
Φάρασ.
Από το τουρκ. επιθ. kibar = ευγενής, αρχοντικός, αριστοκρατικός.
1. Ευγενής, αξιοπρεπής, αρχοντικός
Μαλακ., Φάρασ.
Συνών.
μερχαμετλούς :2, νεζίκ, τερμπιγελούς :1, τιλικάτσι
2. Κομψός, ωραίος
Αξ.
Τροποποιήθηκε: 19/12/2024