λαφρυναίνω
(ρ.)
'αφρυναίνω
[afriˈneno]
Φάρασ.
Από το αρχ. ρ. ἐλαφρύνω, αόρ. ἐλάφρυνα με μεταπλ. κατά τα ρ. σε -αίνω.
Ελαφρώνω, ξαλαφρώνω
:
Ατέ ένι τομόν τ' όιμα, ασ' το πουά τα κρίματα του έχουν 'αφρυναίνουν
(τοῦτο γάρ ἐστι τὸ αἷμά μου τὸ τῆς καινῆς διαθήκης τὸ περὶ πολλῶν ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν ΚΔ Ευ.Ματθ. 26.28)
Φάρασ.
-Lag.
Συνών.
λαφριάζω, λαφρυνίσκω, λαφρώνω
Τροποποιήθηκε: 28/08/2026