τσογαλτίζω
(ρ.)
τ͑σ̑ογαλτίζω
[tʰʃoɣalˈtizo]
Φάρασ.
τζ̑ογαλτίζου
[dʒoɣalˈtizu]
Φάρασ.
Από το τουρκ. ρ. çoğalmak = πολλαπλασιάζω και το παραγωγ. επίθμ. -ίζω.
Τροποποιήθηκε: 25/07/2026