τσιφτετέλι
(ουσ. ουδ.)
τσ̑ιφτετέλι
[tʃifteˈteli]
Φάρασ.
τσιφτάνταλι
[tsiˈftadali]
Μισθ.
Από το τουρκ. ουσ. çiftetelli = είδος ανατολίτικου χορού με κινήσεις κοιλιάς, στήθους και λαιμού.
Εϊδος χορού, τσιφτετέλι
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 30/07/2026