τσιτσίζω
(ρ.)
τσιτσίζω
[tsiˈtsizo]
Σινασσ.
τσιτσίζου
[tsiˈtsizu]
Μισθ.
τσ̑ιτσ̑ίζω
[tʃiˈtʃizo]
Αξ., Μαλακ., Φάρασ.
Αόρ.
τσίτσιξα
[ˈtsitsiksa]
Μαλακ.
Από το μεταγν. ρ. τιτθίζω = πιπιλίζω, θηλάζω.
Πιπιλίζω, ρουφάω
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025