ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσιτσίζω (ρ.) τσιτσίζω [tsiˈtsizo] Σινασσ. τσιτσίζου [tsiˈtsizu] Μισθ. τσ̑ιτσ̑ίζω [tʃiˈtʃizo] Αξ., Μαλακ., Φάρασ. Αόρ. τσίτσιξα [ˈtsitsiksa] Μαλακ. Από το μεταγν. ρ. τιτθίζω = πιπιλίζω, θηλάζω.
Πιπιλίζω, ρουφάω ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025