τσιττώ (II)
(ρ.)
τσιτώ
[tsiˈto]
Μισθ.
Από το τουρκ. διαλεκτ. ρ. çetmek, όπου και τύπ. çitmek = κόβω (Tietze 2016: λ. çet-/çit-).
Κόβω με ξυράφι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
Μισθ.
:
Τσίτα τράχη τ' μι ντου ξουράφ΄
(Κόψε με το ξυράφι την πλάτη του)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 01/06/2026