ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσιτσεκλουδιάζω (ρ.) Αόρ. τσ̑ιτσ̑ικλούδιασα [tʃitʃiˈkluðʝasa] Μαλακ. Από το επίθ. τσιτσεκλής και το παραγωγ. επίθμ. -ιάζω.
Στολίζομαι με λουλούδια : || Ασμ. Μανάλια τσ̑ιτσ̑ικλούδιασαν (Τα μανουάλια στολίστηκαν με λουλούδια) Μαλακ. -ΚΜΣ-ΚΠ177
Τροποποιήθηκε: 27/08/2026