τσιττώ (I)
(ρ.)
τσ̑ιττώ
[tʃiˈto]
Μαλακ.
τσ̑ιτ-τώ
[tʃitˈto]
Αξ.
Από το τουρκ. ρ. çitmek = μαντάρω.
Καρικώνω
ό.π.τ.
Τροποποιήθηκε: 01/06/2026