τσιττώ
(ρ.)
τσ̑ιττώ
[tʃiˈto]
Μαλακ.
τσ̑ιτ-τώ
[tʃitˈto]
Αξ.
τσιτώ
[tsiˈto]
Μισθ.
Από το τουρκ. ρ. çitmek = μαντάρω.
1. Καρικώνω
Αξ., Μαλακ.
2. Κόβω με ξυράφι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο
Μισθ.
:
Τσίτα τράχη τ' μι ντου ξουράφ΄
(Κόψε με το ξυράφι την πλάτη του)
Μισθ.
-Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025