ΚΕΝΤΡΟΝ ΕΡΕΥΝΗΣ ΤΩΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΔΙΑΛΕΚΤΩΝ ΚΑΙ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ - Ι.Λ.Ν.Ε.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ TΩΝ ΙΔΙΩΜΑΤΩΝ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ

τσιττώ (ρ.) τσ̑ιττώ [tʃiˈto] Μαλακ. τσ̑ιτ-τώ [tʃitˈto] Αξ. τσιτώ [tsiˈto] Μισθ. Από το τουρκ. ρ. çitmek = μαντάρω.
1. Καρικώνω Αξ., Μαλακ.
2. Κόβω με ξυράφι ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο Μισθ. : Τσίτα τράχη τ' μι ντου ξουράφ΄ (Κόψε με το ξυράφι την πλάτη του) Μισθ. -Κοτσαν.
Τροποποιήθηκε: 28/10/2025